Ο περιορισμός της ελευθερίας και η μετατροπή του δυτικού τρόπου ζωής - Από κοινωνίες της επιλογής σε κοινωνίες της ανάγκης
Κάποιος επιστήμονας του 19ου αιώνα , ο Thomas Carlyle, προσέδωσε τον
χαρακτηρισμό "θλιβερή" αναφερόμενος στην οικονομική επιστήμη (dismal
science),επηρρεασμένος από την Μαλθουσιανή θεώρηση , κατά την οποία η αύξηση του
πληθυσμού δεν μπορούσε να συνοδευτεί από αντίστοιχη αύξηση της αγροτικής
παραγωγής και συνεπακόλουθα η μοίρα του ανθρωπίνου γένους ήταν συνυφασμένη με
τον πόνο της στέρησης βασικών για την επιβίωση αγαθών.
Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας και η χρήση βελτιωμένων τρόπων παραγωγής φαίνεται
οτι μας έσωσαν από τον Μαλθουσιανό εφιάλτη, ωστόσο η οικονομική επιστήμη μπορεί να
διατηρεί εν μέρει τον προαναφερθέντα χαρακτηρισμό, μια και στη βάση της δεν είναι τίποτα άλλο παρά η απαρίθμηση όχι
των πραγμάτων που κερδίζει κανείς όταν κάνει μια συγκεκριμένη επιλογή , αλλά
εκείνων που χάνει με την επιλογή του αυτή, δηλαδή όλων των δυνατών βέλτιστων
εναλλακτικών χρήσεων των πόρων, του χρήματος και της ενέργειάς του. Αυτό είναι
και το λεγόμενο ευκαιριακό κόστος (opportunity cost), ένα εννοιολογικό εργαλείο
που μας επιτρέπει π.χ να καταλάβουμε οτι κάθε φορά που το κράτος χτίζει ένα
δημόσιο νοσοκομείο ή πληρώνει μεγαλύτερα επιδόματα πιθανώς να στερεί πόρους από
την εκπαίδευση των νέων ή οτι οι πόροι που δίδονται σε αμυντικές δαπάνες θα
μπορούσαν να έχουν μια εναλλακτική χρήση ως δρόμοι, καλύτερες υποδομές δικτύων
κοινής ωφελείας κλπ.
Η ίδια έννοια βρίσκεται πίσω και από τις επιλογές του
καθενός μας, ένα ταξίδι αναψυχής θα μπορούσε να αντικατασταθεί από την επένδυση
στη μόρφωση των παιδιών μας, η αγορά της τάδε ή δείνα συσκευής τελευταίας
τεχνολογίας από την αποταμίευση του ποσού που δαπανήθηκε για την κάλυψη
απρόβλεπτων μελλοντικών εκτάκτων δαπανών κλπ.
Με λίγα λόγια, η χρήση των
διαθεσίμων πόρων τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο περνά μέσα από μια
διαδικασία αξιολόγησης των αναγκών και ελεύθερης επιλογής ικανοποίησης κάποιων
από αυτές. Σε αυτή τη βάση χτίστηκε το οικονομικό σύστημα της Δύσης και
θεμελιώθηκε έστω και καταχρηστικά η έννοια της ελευθερίας, δηλαδή κατ'ουσίαν της
ελεύθερης επιλογής. Αν σε αυτή προστεθεί και η έννοια της ελεύθερης ανταλλαγής
αγαθών και υπηρεσιών προς εκπλήρωση του στόχου της καλύτερης αντιστοίχισης των
διαθεσίμων πόρων με τις επιθυμίες και τις ανάγκες, δηλαδή το εμπόριο, τότε
δημιουργείται και η ελεύθερη αγορά, που καταχρηστικά και πάλι, κατέληξε να
αντιπροσωπεύει τη δημοκρατία.
Προυποθέσεις για την ελευθερία είναι ασφαλώς
αφενός η μη αξιολογική εξωτερική ιεράρχηση των αναγκών(κανείς, ούτε και το
κράτος δε μπορεί να γνωρίζει καλύτερα τί είναι καλύτερο για τον καθένα μας και
κανείς δε νομιμοποιείται να νουθετεί τον άλλο σε περίπτωση μιας επιλογής που δεν
του είναι αρεστή ή που έστω δικαιολογημένα πιστεύει οτι βλάπτει αυτόν που την
έκανε), αφετέρου η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής , δηλαδή η διακριτική ευχέρεια να
αφιερωθούν πόροι και ενέργεια όχι απλά για την ικανοποίηση των αναγκών της
επιβίωσης αλλά και αναγκών που δεν θεωρούνται τόσο απαραίτητες , αυτές που
θεωρούνται με άλλα λόγια οτι συμβάλλουν στην ποιότητα ζωής. Οι ανάγκες αυτές
μπορεί να είναι πχ η μόρφωση, η αναψυχή, αλλά και η δημιουργία δημοσίων αγαθών
υψηλής ποιότητας, ένα φροντισμένο πάρκο, μια παιδική χαρά, ένα μουσείο κλπ., όλα
εκείνα τα πράγματα που δημιουργούν πολιτισμό.
Μετά από αυτήν την μακρά θεωρητική
εισαγωγή ας αναρωτηθεί κανείς τί από όλα αυτά ισχύει στις σημερινές δυτικές
κοινωνίες και αν ισχύουν οι προαναφερθείσες προυποθέσεις της ελεύθερης επιλογής.
Επίσης ας αναρωτηθεί αν έστω και αυτή η ομολογουμένως στενάχωρη θεώρηση του
ανθρώπου απλώς ως homo economicus και της ελεύθερης αγοράς ως δημοκρατίας έχει
εφαρμογή στις σημερινές συνθήκες.
Τα τελευταία χρόνια , άλλοτε με πρόσχημα την ενεργειακή μετάβαση , την πανδημία ή πιο πρόσφατα τη ρωσοουκρανική σύρραξη, οι παρεμβάσεις στη λειτουργία της αγοράς υπήρξαν πολύ πιο δραστικές από τα όρια που η φιλελεύθερη οικονομική θεώρηση θα επιθυμούσε.Οι παρεμβάσεις είναι διοικητικού χαρακτήρα , επιβάλλονται από την πολιτική τάξη και υλοποιούνται από την διαπλεκόμενη με αυτή κρατικοδίαιτη γραφειοκρατία και σε καμμία περίπτωση δε δικαιολογούνται από οικονομικούς ή οικονομοτεχνικούς υπολογισμούς.
Παραδείγματα τέτοιων παρεμβάσεων είναι η επιλεκτική στήριξη επιχειρήσεων με το πρόσχημα του μεγέθους τους (too big to fail) ή της συστημικής σημασίας τους (systemrelevant) , όπως η στήριξη στην περίοδο της χρηματοοικονομικής κρίσης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με χρήματα των φορολογουμένων (Commerzbank) , η στήριξη αεροπορικών εταιρειών (Lufthansa) αλλά και αλυσίδων ηλεκτρικών ειδών (Media Markt) την εποχή της πανδημίας την ίδια στιγμή που χιλιάδες επαγγελματίες στο χώρο του πολιτισμού και της εστίασης εστερούντο αντικειμένου δραστηριότητας αλλά και πλέον πρόσφατα ο εκβιασμός επιχειρήσεων να προβούν σε κλείσιμο καταστημάτων τους και διακοπή δραστηριότητας σε ρωσικό έδαφος ή επιχειρήσεων ρωσικών συμφερόντων να προβούν σε ανασχεδιασμό των προιόντων τους με τελευταίο παράδειγμα την κατάργηση εμπορικών σημάτων βότκας (Stolichnaya) και σε δήλωση συμμόρφωσης με πολιτικές θέσεις που ουδόλως σχετίζονται με το επιχειρηματικό τους μοντέλο.
Μαζί με τα προαναφερθέντα πρέπει να αναφερθεί και η αναγωγή της πολιτικής ηγεσίας σε πλασιέ επιχειρηματικών συμφερόντων , όταν η πρώην καγκελάριος της Γερμανίας διαφήμιζε στον Κινέζο ηγέτη την πραμάτεια της Wirecard , εταιρείας πληρωμών που χρεωκόπησε δημιουργώντας ίσως το μεγαλύτερο χρηματοοικονομικό σκάνδαλο της σύγχρονης γερμανικής ιστορίας αλλά και η συστηματική αποσιώπηση σκανδάλων αυτοκινητοβιομηχανιών και η παρακώλυση της δικαιοσύνης στη διαλεύκανση παρομοίων υποθέσεων.
Ετσι φτάνουμε στην εποχή ενός καπιταλισμού αλα κάρτ με σχεδόν σοβιετικού τύπου παρεμβάσεις στην οικονομία και την αντικατάσταση της ελεύθερης επιλογής από επιλογές που γίνονται "με το πιστόλι στον κρόταφο".
Αλλά και το δεύτερο κριτήριο , εκείνο της διακριτικής ευχέρειας επιλογής αγαθών και υπηρεσιών που δεν σχετίζονται μόνο με την επιβίωση, δεν ικανοποιείται. Στις δε κατεχόμενες υπερχρεωμένες οικονομίες του ευρωπαικού νότου , μεγάλο μέρος των πόρων κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους που κανένας δεν καταλαβαίνει πώς μεγενθύνεται με γεωμετρική πρόοδο , ενώ οι ιδιώτες ασθμαίνοντες προσπαθούν να καλύψουν φορολογικές , ασφαλιστικές και άλλες συναφείς υποχρεώσεις μαζί με τις δαπάνες επιβίωσης που ο καλπάζων πληθωρισμός εκτοξεύει στα ύψη.
Οι δε οικονομίες του πλούσιου Βορρά , κολυμπώντας στα πλεονάσματα , αρνούνται να προβούν ακόμη και στις απαραίτητες επενδύσεις . Η Γερμανία παρουσιάζει πχ τρομακτική υστέρηση σε επενδύσεις που αφορούν το σιδηροδρομικό δίκτυο ή τις τηλεπικοινωνίες ή τις ψηφιακές επενδύσεις , ενώ μειώνει την παροχή κοινωνικών υπηρεσιών (παιδικοί σταθμοί , προσλήψεις εκπαιδευτικών ή νοσηλευτών) . Σε συνδυασμό με την παράλογη στις σημερινές συνθήκες αντιαναπτυξιακή σφιχτή δημοσιονομική πολιτική αρνείται να προβεί σε αναδιανομή του πλούτου και να στηρίξει τη μεσαία της τάξη. Η τελευταία βλέπει τους φόρους και τις εισφορές της να έχουν απωλέσει προ καιρού τον ανταποδοτικό τους χαρακτήρα και αγωνίζεται για την επιβίωσή της σε συνθήκες ελαστικών εργασιακών σχέσεων και αλματώδους αύξησης του κόστους στέγασης. Οι διαθέσιμες επιλογές της συρρικνώνονται τάχιστα και ούτε η επένδυσή της στην απαξιωμένη δημόσια εκπαίδευση φαίνεται να είναι η διέξοδος από τη στασιμότητα.
Ετσι δεν είναι υπερβολή να πει κανείς οτι ο τρόπος ζωής για μεγάλο μέρος του ευρωπαικού πληθυσμού είναι εκείνος των πρώην σοσιαλιστικών δημοκρατιών , κοινωνιών της ανάγκης και όχι της επιλογής...
Προτείνω μέσα στην δομημένη αστική μεταδημοκρατία, την στηρηγμένη σε συγκεκριμένη οικονομική οργάνωση, που εξυπηρετεί τα γνωστά συμφέροντα, που καμμία σχέση δεν έχουν με τις ανάγκες μας , να επιλέξουμε την κάλυψη των αναγκών μας με οδηγό την συνειδητά ελευθερη επιλογή και να αντισταθούμε σε όποια εξουσία μας αφαιρεί αυτό το δικαίωμα .
ReplyDelete